Απενοχοποιούνται τα επικίνδυνα λιπαρά;

ΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΖΩΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΝΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΜΕΤΡΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΠΡΟΣΟΧΗ

Από την Σοφία Νέτα

-Ένα μεγάλο ερώτημα στη συγγραφή επιστημονικών άρθρων τα τελευταία χρόνια αφορά τις ...
επονομαζόμενες μετά-αναλύσεις. 

Δηλαδή ένας επιστήμονας που γνωρίζει καλά το θέμα, αναζητά όλες τις τυχαιοποιημένες μελέτες σχετικές με αυτό και ομαδοποιεί τα αποτελέσματα, ώστε συγκεντρώνοντας ένα μεγάλο νούμερο συμμετέχοντων στην μεταανάλυση αφού περιλαμβάνονται πολλές μελέτες τα αποτελέσματα του αποκτούν μεγάλη στατιστική αξία. Από την άλλη πλευρά στην πράξη αυτό δεν είναι πάντα εύκολο και η λάθος επιλογή πληθυσμιακών δειγμάτων και μελετών μπορεί να δώσει τελείως λάθος συμπεράσματα.

Τα παραπάνω μας επισημαίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Λιπιδιολογίας, Αθηροσκλήρωσης και Αγγειακής Νόσου καρδιολόγος Δημήτρης Ρίχτερ, με αφορμή μία πρόσφατη ανακοίνωση επιστημόνων που ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις, καθώς έβγαζε το συμπέρασμα ότι τα επικίνδυνα κορεσμένα λιπαρά τελικά δεν επιδρούν αρνητικά στην καρδιαγγειακή υγεία!

«Χαρακτηριστικό παράδειγμα των όσων προανέφερα» σημειώνει ο κ. Ρίχτερ, είναι η πρόσφατη μετα-ανάλυση στο Annals of Internal Medicine σχετικά με τα κορεσμένα λιπαρά και την μη αρνητική επίδραση τους στην καρδιαγγειακή υγεία όπου μέσα σε 48 ώρες από τη δημοσίευση έγκριτοι επιστήμονες από το Χάρβαρντ έστειλαν γράμμα στο περιοδικό εξηγώντας τα λάθη των συγγραφέων, την επιλογή συγκριτικών μελετών με μονοακόρεστα όπου αυτά προέρχονταν από το κρέας κ τα γαλακτοκομικά και όχι από φυτικές πηγές και έκλειναν δηλώνοντας πως η ανάλυση αυτή είναι λάθος κ παραπλανητική κ θάπρεπε να αποσυρθεί.

Δυστυχώς πάνω σε αυτές τις επιστημονικές αντιδικίες πολλές φορές παραπλανιέται το κοινό βλέποντας εντυπωσιακούς τίτλους σε εφημερίδες όπως «αθώα τα κορεσμένα λιπαρά» οι οποίοι επιστημονικά σε λίγες μέρες απορρίπτονται αλλά οι εντυπώσεις μένουν».

Η Ελληνικής Εταιρείας Λιπιδιολογίας, Αθηροσκλήρωσης και Αγγειακής Νόσου έβγαλε άμεσα ανακοίνωση για το θέμα όπου μεταξύ άλλων τόνιζε ότι «στις 18 Μαρτίου του 2014 δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine μία μετα-ανάλυση η οποία υποδεικνύει ότι τα κορεσμένα λιπαρά οξέα δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Επειδή μπορεί αυτά τα αποτελέσματα να παρερμηνευθούν από το ευρύτερο κοινό μετά την συνεχή αναμετάδοση τους από τα ΜΜΕ, με αποτέλεσμα η κατανάλωση ζωικού λίπος να εμφανισθεί ως αθώα για την υγεία της καρδιάς και των αγγείων, η θέση της Ελληνικής Εταιρείας Λιπιδιολογίας, Αθηροσκλήρωσης και Αγγειακής Νόσου είναι η κάτωθι:

Eίναι γεγονός ότι αν απομονωθεί η πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων από το υπόλοιπο διατροφικό μοντέλο που ακολουθεί ένας άνθρωπος, τότε μπορεί να μην φανείσυσχέτιση με τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Όμως αυτή η παρατήρηση είναι η μισή εικόνα. Η συνολική εικόνα με τα έως τώρα αποτελέσματα από κλινικές μελέτες, επιδημιολογικές μελέτες, αλλά και μετα-αναλυσεις υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι σημασία για την μείωση του κινδύνου έχει η μείωση της πρόσληψης κορεσμένου λίπους, με την ταυτόχρονη όμως αντικατάστασή του με πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Επομένως σημασία δεν έχει τόσο η πρόσληψη κορεσμένων, αυτή καθ' αυτή αλλά με τι θρεπτικά συστατικά της διατροφής θα αντικατασταθούν.

Στόχος επομένως πρέπει να παραμένει τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης να καταναλώνονται με μέτρο και περισσότερη προσοχή να δίνεται στη μείωση της κατανάλωσης των υψηλών σε λίπος προϊόντων κρέατος και των υψηλών σε λίπος τυριών καθώς και του ζωικού βουτύρου και η αντικατάστασή τους με ψάρι, ελαιόλαδο, ξηρούς ανάλατους καρπούς. Οι δίαιτες υψηλές σε λίπος και σχετικά χαμηλές σε υδατάνθρακες είναι προστατευτικές όταν το λίπος είναι κυρίως φυτικής προέλευσης και οι υδατάνθρακες είναι κατά κύριο λόγο σύνθετοι. 

Ας δούμε όμως την παρατήρηση και των τριών επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ: (Walter Willett, Frank Sacks and Meir Stamfer):

Η μετα-ανάλυση των διαιτητικών λιπαρών οξέων και ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου των Chowdhury και συνεργάτες περιέχει πολλά λάθη και παραλείψεις, και τα συμπεράσματα είναι παραπλανητικά, ιδιαίτερα ως προς την έλλειψη σύνδεσης με τα ω-6 πολυακόρεστα λιπαρά. Για παράδειγμα, δύο από τις έξι μελέτες που περιλαμβάνονται στην ανάλυση των ω-6 πολυακόρεστων λιπαρών ήταν λάθος. Επιπλέον, οι συγγραφείς δεν αναφέρουν συγκεντρωτική ανάλυση των πρωτογενών στοιχείων από προοπτικές μελέτες, στις οποίες έχει βρεθεί σημαντική αντίστροφη σχέση μεταξύ της πρόσληψης πολυακόρεστων λιπαρών (στη μεγάλη πλειοψηφία τους το ω-6 λινελαϊκό οξύ) και του κινδύνου εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου. Επίσης, στην παρούσα ανάλυση, η υποκατάσταση των πολυακόρεστων λιπαρών με κορεσμένα λιπαρά σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Οι Chowdhury και συνεργάτες παρέλειψαν επίσης να επισημάνουν ότι τα περισσότερα από τα μονοακόρεστα λιπαρά που καταναλώνεται στο πλαίσιο των μελετών τους προέρχονταν από κόκκινο κρέας και γαλακτοκομικά και τα συμπεράσματα δεν ισχύουν κατ 'ανάγκη για κατανάλωση λιπαρών με τη μορφή ξηρών καρπών, ελαιόλαδου, και άλλων φυτικών πηγών. Συνεπώς, τα συμπεράσματα της μελέτης των Chowdhury και συνεργατών σχετικά με το μη καθοριστικό ρόλο του είδους του λίπους είναι σε σημαντικό βαθμό παραπλανητικά και πρέπει να αγνοηθούν».
πηγη

Αναγνώστες