Οι επανερχόμενοι στην υπηρεσία στρατιωτικοί δικαιούνται τους μισθούς και τα επιδόματα που έχασαν αλλά και αποζημίωση

Δεύτερο δώρο μέσα σε ένα τρίμηνο έκαναν οι σύμβουλοι Επικρατείας στους ενστόλους όλων των Σωμάτων (στρατιωτικών, αστυνομικών, λιμενικών, πυροσβεστών, κ.λπ.), μετά την πρόσφατη σχεδόν ομόφωνη απόφαση βόμβα της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου που έκρινε ...ότι οι περικοπές των αποδοχών τους που έγιναν αναδρομικά από τη 1η Αυγούστου 2012 είναι αντισυνταγματικές και υποχρεώνει την Κυβέρνηση να καταβάλει τις διαφορές των αποδοχών τους.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ακόμη (21.1.2014), ότι οι ένστολοι ανήκουν στον σκληρό πυρήνα του κράτους και χρήζουν ειδικής προστασίας και μεταχείρισης σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους του Δημόσιου τομέα.

Με την λογική αυτή οι σύμβουλοι Επικρατείας που συμμετείχαν στην Ολομέλεια αποφάνθηκαν ότι η υπουργική απόφαση που προβλέπει την περικοπή των αποδοχών των ενστόλων είναι αντισυνταγματική

Η απόφαση αυτή της Ολομέλειας προκάλεσε, αλλά και προκαλεί ακόμη τεράστιους οικονομικούς τριγμούς στην Κυβέρνηση, καθώς τα ποσά τα οποία πρέπει να επιστραφούν σε όλες τις βαθμίδες των ενστόλων εκτιμάται ότι ανέρχεται περίπου στα 100 εκατομμύρια ευρώ.

Τώρα, μετά την σημαντική αυτή απόφαση της Ολομέλειας, έρχεται με τη σειρά του το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας και κρίνει, με νέα απόφασή του που το μελάνι της είναι ακόμα νωπό, ότι τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων τα οποία αποστρατεύονται παράνομα, όπως είναι για πολιτικούς λόγους κατά την εναλλαγή των Κυβερνήσεων ή για άλλους υπηρεσιακούς λόγους, δικαιούνται:

1) αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν,

2) τους μισθούς για όσο χρονικό διάστημα είχαν τεθεί σε αποστρατεία και

3) όλα τα επιδόματα τα οποία θα ελάμβαναν εάν δεν είχαν μεσολαβήσει η παράνομη αποστρατεία τους.

Ακόμη, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι είναι παράνομη η από 10.3.2000 υπουργική απόφαση που προβλέπει ότι οι ένστολοι που επανέρχονται στην υπηρεσία δεν δικαιούνται τα επιδόματα.

Αναλυτικότερα, το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ υπογραμμίζει στην απόφασή του (1147/2014) ότι «εάν όργανο του κράτους απομακρυνθεί από την υπηρεσία του», λόγω παράνομη πράξης της αρμόδιας υπηρεσίας, «δικαιούται το όργανο αυτό να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση για αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη εκ του ότι κατά τη διάρκεια της παράνομης απομάκρυνσης του από την δημόσια υπηρεσία δεν εισέπραξε τις αποδοχές τις οποίες θα εισέπραττε, εάν δεν είχε παρανόμως απομακρυνθεί από τη δημόσια υπηρεσία».

Διευκρινίζουν μάλιστα οι δικαστές, ότι στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται στους εν ενεργεία αξιωματικούς, «έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε σύμφωνα με το νόμο είτε λόγο της φύσεως τους προς την ενεργό υπηρεσία, εφόσον πάντως, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους εν ενεργεία αξιωματικούς».

Υπογραμμίζεται παράλληλα στην δικαστική απόφαση ότι στις περιπτώσεις όπου οι ένστολοι επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία μετά από παράνομη αποστρατεία (η οποία έχει κριθεί παράνομη από τα δικαστήρια) δικαιούνται για όσο διάστημα ήταν εκτός υπηρεσίας όλα τα επιδόματα τα οποία θα ελάμβαναν εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αποστρατεία.

Η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε επίσης, ότι τα επιδόματα αυτά πρέπει να καταβάλλονται στους επανερχομένους στην υπηρεσία ενστόλους για όσο διάστημα ήταν σε καθεστώς παράνομης αποστρατείας, ανεξάρτητα αν πραγματοποίησαν ή όχι τις σχετικές δαπάνες για τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση των επιδομάτων. Και αυτό γιατί τα επιδόματα «αποτελούν εν τις πράγμασι μέρος των συνολικών αποδοχών των εν ενεργεία αξιωματικών».

Τους συμβούλους της Επικρατείας τους απασχόλησε περίπτωση αντιπλοιάρχου του Λιμενικού Σώματος ο οποίος κρίθηκε σε τρεις κρίσεις ότι πρέπει να παραμείνει στον ίδιο βαθμό.

Το γεγονός αυτό (το ότι δεν προήχθη τρεις φορές) είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τον στρατιωτικό κανονισμό, να τεθεί σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία, λόγω της παραμονής του για τρίτη συνεχόμενη φορά στον βαθμό του αντιπλοιάρχου.

Όμως, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Κρίσεων του Λιμενικού Σώματος που δεν τον προήγαγαν στον επόμενο βαθμό ακυρώθηκαν από τα Διοικητικά Δικαστήρια, λόγω έλλειψης νόμιμης αιτιολογίας. Έτσι, προήχθη στον βαθμό του πλοιάρχου και επαναφέρθηκε στην ενεργό υπηρεσία αναδρομικά, ενώ θεωρήθηκε ως μηδέποτε απομακρυνθείς από το Λιμενικό Σώμα.

Με την επαναφορά του στην υπηρεσία ζήτησε την καταβολή των επιδομάτων (ειδικής απασχόλησης, θέσης υψηλής ευθύνης και ευθύνης διοίκησης-διεύθυνσης), τα οποία δεν ελάμβανε λόγω της παράνομης αποστρατείας τους.

Το αίτημά του απορρίφθηκε από το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με την αιτιολογία ότι τα επίμαχα επιδόματα δεν καταβάλλονται στους στρατιωτικούς που επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία ως αποκατασταθέντες με δικαστικές αποφάσεις για το χρονικό διάστημα που ήταν εκτός υπηρεσίας.

Κατόπιν αυτών ο ένστολος κατέφυγε στα δικαστήρια διεκδικώντας τα επιδόματα ύψους 75.886 ευρώ τα οποία δεν έλαβε το διάστημα της παράνομης αποστρατείας του και το ποσό των 300.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη αποστρατεία του.

Τελικά, τα δικαστήρια επιδίκασαν στον ένστολο για τα επιδόματα το ποσό των 54.040 ευρώ και για ηθική βλάβη 10.000 ευρώ.

Αναγνώστες